ἀμφίον

ἀμφίον
Grammatical information: n.
Meaning: `garment' (S.).
Other forms: Or ἄμφιον (Sch. D. T. 196)
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Shortened form of ἀμφίεσμα. Grégoire and Goossens Byzantion 13, 396ff.
Page in Frisk: 1,99

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἀμφίον' — Ἀμφίονα , Ἄμφιων masc acc sg Ἀμφίονι , Ἄμφιων masc dat sg Ἀμφίονε , Ἄμφιων masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄμφιον — Ἄμφιος masc acc sg Ἄμφιων masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άμφια — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 40 μ., 408 κάτ.) στην πρώην επαρχία Σαπών του νομού Ροδόπης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Σαπών. * * * τα (Μ ἄμφια) (ΑΜ και ἄμφιον και ἀμφίον, το) 1. επίσημη ιερατική στολή, καθιερωμένη για τις ιεροτελεστίες 2. τα… …   Dictionary of Greek

  • ρακάμφιος — ον, Μ (ως προσωνυμία ενός μοναχού) ρακένδυτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥάκος + ἄμφιον] …   Dictionary of Greek

  • άμφια — τα 1) облачения, которые носят клирики во время совершения разных Богослужений и Божественной Литургии. Очевидно, что во время первых веков становления христианства, облачения не использовались так широко, как сегодня. С течением времени каждый… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.